20 Σεπτεμβρίου 2016

Σε Αντίκρισα Πριν την Ασχήμια

Σε αντίκρισα πριν από τον κόσμο
Σαν ένα ξίφος από γιασεμί
Που διαλαλεί τον θρίαμβό μου
Σε αντίκρισα πριν από τους άπιστους
Σαν ιερό βιβλίο
Πριν από τους αναλφάβητους, ένα ποίημα
Πριν από τους περιπλανώμενους νομάδες, ένα βασίλειο θαυμάτων

Πετάω το διαβατήριο μου στη θάλασσα
Και ονομάζω εσένα πατρίδα μου
Πετάω το γλωσσάρι μου στη φωτιά
Και ονομάζω εσένα διάλεκτό μου
Σκοτώνω όλες τις γενεαλογίες βασιλέων
Και ονομάζω εσένα βασίλισσα μου

Σε αντίκρισα πριν τον Ιούλιο
Σαν μια υπόσχεση βροχής
Και πριν τα πουλιά
Σαν υπόσχεση ότι κάπου εκεί κοντά υπάρχουν δέντρα
Σε αντίκρισα πριν τα θαλασσοπούλια
Σαν υπόσχεση του απέραντου γαλάζιου

Πηγαίνω με τα μικρά παιδιά ένα ταξίδι στην εξοχή
Γύρω από τα στήθη σου
Για να παίξουν με το χιόνι
Να κυνηγήσουν αγριόπαπιες
Και να δουν με τα μάτια τους
ότι η Γη είναι κύκλος

Σε αντίκρισα πριν την έρημο
Σαν τροπική βλάστηση
Και πριν την ξηρασία, σαν σπόρο σιταριού
Και πριν την έλευση του σκότους
Σαν πορφυρό δαυλό

Πριν τους νηστικούς σε αντίκρισα, σαν ψωμί
Πριν από εκείνους που σκλαβώθηκαν, σαν  λάβαρο απελευθέρωσης
Σε αντίκρισα πριν την ασχήμια
Σαν ένα λευκό περιστέρι,
Σαν πηγή, σαν συλλογή με ποιήματα

Σε αντίκρισα πριν τις εξουσίες που καταπιέζουν
Σαν μελωδία
Πριν την πρωινή περίπολο
Σαν σπάνιο άρωμα κλεισμένο σε μπουκάλι
Και πριν τον θάνατο
Σαν γέννησης φαιδρότητα

Δηλώνω ενώπιων των πεινασμένων για σάρκα
ΟΤΙ ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ
Και με τη δήλωσή μου αυτή
Τους επιτρέπω να πετάξουν τα δόντια τους στη θάλασσα
Να ξεριζώσουν τα νύχια τους
Να ξεπλύνουν το αίμα από τα ρούχα τους
Και με τη σειρά τους, να εισέλθουν στην εποχή της αναγέννησης


Νιζάρ Καμπανί

8 Σεπτεμβρίου 2016

Θέλω να Κάνουμε Μαζί Όσα η Ποίηση Ακόμη δεν Έχει Γράψει

Αντικρίζοντάς σε, καθένας θα έλεγε
ότι οι καταστροφολόγοι απέτυχαν:
δεν ήταν το τέλος του κόσμου που πλησίαζε,
ήσουν εσύ.

Σε βλέπω να έρχεσαι από τον διάδρομο
σαν κάποιος που βαδίζει δυο εκατοστά πάνω απ’ το έδαφος
και νομίζει ότι κανένας δεν τον βλέπει.
Μπαίνεις στο σπίτι μου
- στη ζωή μου -
με τα χαρτιά σου ανοιχτά και τον αφαλό να κοιτάζει τον ουρανό,
με την αγκαλιά ανοιχτή
λες και τούτη τη νύχτα
μου προσφέρεις να πιώ ελεύθερα ποίηση από το στήθος σου,
και τα χέρια σου είναι γεμάτα, τόσο
που νιώθω ότι με αγγίζει ο κόσμος όλος
κι όχι η πιο όμορφη κοπέλα της γειτονιάς.

Κάθεσαι
και το πρώτο που κάνεις είναι να με προειδοποιήσεις:
Δε φοράω εσώρουχα
όμως τη σάρκα μου ντύνει μια πανοπλία.
Σε κοιτάζω
κι απαντώ:
Μου αρέσει τόσο το σήμερα
όσο με φοβίζει το αύριο.

Κι εγώ χαμογελώ
και σου φιλώ την πλάτη
και σου καλύπτω τα βλέφαρα
και η ασπίδα σου καταλήγει εκεί όπου βρίσκονται και οι άμυνες:
τσαλακωμένη στον κάλαθο των αχρήστων.
Κι εσύ χαμογελάς
κι ανακαλύπτεις το ανατρίχιασμα στην πλάτη μου
και λες ότι ζωή δίχως θάρρος
είναι δρόμος γυρισμού ατελείωτος,
και η δειλία μου ξεγυμνώνεται
κι αρχίζει να χορεύει με όλα της τα φανάρια στο κόκκινο.

Φιλώ
ένα προς ένα
όλα τα δευτερόλεπτα που σ’ έχω στο κρεβάτι
για να πάρω τα ρολόγια με το μέρος μου.
στον αποχαιρετισμό γυρίζουμε τον κόσμο μέχρι τη μέση
ώστε ακόμη κι αν αργήσουμε
να θέλουμε να επιστρέψουμε.
έρχεσαι και φεύγεις σαν τον καθένα,
όμως μέσα μου είσαι η μοναδική.
σου αρέσει η ελευθερία μου
κι εμένα μ’ αρέσει να νιώθω ελεύθερος στο πλευρό σου.
μου αρέσει η αλήθεια σου
και σε σένα αρέσει να επαληθεύεσαι στο πλευρό μου.

Έχεις το ομορφότερο δέρμα του κόσμου
για να γαντζωθώ επάνω του μέχρι τον χειμώνα που έρχεται.
έχεις μάτια που μιλούν καλύτερα απ’ τα χείλη σου
και χείλη που με βλέπουν καλύτερα κι από τα μάτια σου.
έχεις έναν ξεσηκωμό που φωτίζει τους τοίχους
πριν από το φως του ήλιου.
γέλιο ικανό να σώσει τη χώρα
και το βλέμμα εκείνων που ξέρουν να ονειρεύονται με τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και ξαφνικά περνάει,
χωρίς να το περιμένω έχει περάσει.
Δεν έχεις φύγει κι όμως μου λείπεις,
σε φίλησα μόλις
και το σάλιο μου πολλαπλασιάζεται, θέλοντας κι άλλο,
διασχίζεις την πόρτα
κι εγώ γλείφω πάλι τα δάχτυλά μου για να σε φυλάξω,
περπατώ
και σε θέλω μαζί μου σε κάθε γωνία.

Αν η λέξη είναι πράξη
τότε έλα να μου διηγηθείς τον έρωτα,
γιατί θέλω να κάνουμε μαζί
όσα η ποίηση ακόμη δεν έχει γράψει.





Ελβίρα Σάστρε



6 Σεπτεμβρίου 2016

Κι ο Ευκάλυπτος να Έχει τη Μορφή σου

Ο ειρμός βρέθηκε
σφαγμένος από την απώλεια
πάγωσα ακαριαία
στάθηκα να κοιτώ στο φεγγαρόφωτο
τον ευκάλυπτο να έχει τη μορφή σου
-το βλέμμα μου κατορθώνει πολλά όταν φορτίζει από άστρο-
ξέρω καλά πως η εποχή πριν φύγει αλλάζει το μπεμπιλίνο της άλλης
ωπ και ωπ και σάλτα και φιγούρες
ένας κυκλικός χορός σέρνει το ανθρωπομάνι
άνθρωποι πιασμένοι απ’ το χέρι
να κυκλώνουμε το μηδέν απελπισμένοι
-δεν υπάρχει τελετή χωρίς τον κύκλο-
απελπισμένοι λέω
αφού σε τούτο το χορό ο προηγούμενος
ποθεί πάντα τον μπροστινό του
κι ο μπροστινός την μπροστινή του
και πάει λέγοντας
και χορεύουμε χωρίς να γυρνάμε πίσω το κεφάλι
ποιο είναι το όνομα σου;
έτσι οι εποχές αλλάζουν χρώμα
μα ως πότε σε ρωτώ
οι θεοί γονάτισαν μπροστά μας
ψέλνουνε το «Πιστεύω», δεν ακούς;
μας προσκυνάνε που αντέχουμε τόσο πολύ μαρτύριο
κι αντί να βγαίνουμε απ’ το χορό
εμείς εκεί
να παίρνουμε σβάρνα τα πανηγύρια του Αιγαίου
με θυμάσαι;
είχαμε στολίσει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο μαζί
κρυώνω πολύ
σαν την πατούσα ενός αρχαίου πάνω στο χιόνι
η ποίηση με ρωτάς η ποίηση
κατουρημένος χιονάνθρωπος από αδέσποτο η ποίηση
δε μιλάς
πού αποθηκεύονται οι μνήμες της ελιάς;
ένα έγκλημα πάθους στον Αμπελά
θες να με θυμάσαι;
είχαμε γδυθεί σε μια καλοκαιρινή μπόρα
τότε που είδα τον ουρανό να ανασαίνει μες στα στήθη σου
ίσως αναστέναξες τώρα δεν ξέρω
πάντως ο άνεμος αγρίεψε
τάραξε τις καμπύλες του ευκάλυπτου
η μορφή σου χάθηκε απότομα
κι άρχισα να περπατώ ξανά στο φεγγαρόφωτο μονάχος
τι είχαμε τι χάσαμε
άκουγα τις σκιομυθίες στο έδαφος αλλά δεν έδινα σημασία
μια σκιά δαγκάνα δε με φόβισε μη με αρπάξει και την πάτησα
το μόνο που με ένοιαζε τώρα
ήταν η σκέψη να σε πω Κήπο
και να φυτευτώ μέσα σου.

Καλύτερα να μαραίνεσαι τούτες τις εποχές
παρά να σαπίζεις



Σαμσών Ρακάς

11 Ιουλίου 2016

Κι ο Θάνατος δεν θα Κυριαρχεί


Άνθρωποι νεκροί, γυμνοί, θα είναι ένα 
Με τον άνεμο και με το δυτικό φεγγάρι 
Όταν τα οστά θα γυμνωθούν, και τα γυμνά οστά θα χαθούν 
Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι 
Θα παραφρονήσουν μα θα είναι γνωστικοί
Θα βυθιστούν στη θάλασσα αλλά θ' αναδυθούν 
Οι αγαπημένοι θα χαθούν, μα η αγάπη όχι 
Κι ο θάνατος δεν θα κυριαρχεί.


Ντίλαν Τόμας


3 Ιουλίου 2016

Το Κορίτσι Μέσα στο Σπίτι

Και τώρα θα μείνω για πάντα εδώ. Σε αυτό το σπίτι. Ελπίζω μόνο πως κάποτε
θα πέσει και θα με θάψει στα συντρίμμια του και θα ησυχάσω.
Όταν θα συμβεί αυτό, σας παρακαλώ να μη με μετακινήσετε. Μην πειράξετε τίποτα,
ούτε το παραμικρό κομματάκι σκόνης. Αφήστε με έτσι, με το σπίτι πάνω μου και ξεχάστε με,
ξεχάστε με για πάντα… Κι αν ποτέ δείτε εκείνον, αν κάποτε σε κάποιο παράξενο μέρος
συναντήσετε εκείνον που έχει το σημάδι απ’ το αστέρι, να του πείτε πως εγώ είμαι εδώ,
στο σπίτι μας.
Να του πείτε πως προσπαθώ να τον φτάσω αλλά δεν μπορώ να τον βρω,
γιατί έχω παγιδευτεί κάπου ενδιάμεσα και δεν ξέρω πού ακριβώς είμαι. Να του πείτε ότι
ποτίζω τον έρωτα, όπως εκείνος πότιζε κάποτε το γιασεμί μας κι ότι τον ποτίζω
με το αίμα μου.
Και να του πείτε ότι θα τον βρω, ότι κάποια στιγμή θα τον ξαναβρώ.
Και ότι τότε θα έχω έτοιμο το τσάι γιασεμί και τον πόθο που ζέσταινε κάποτε το χιόνι…
Κι έναν θάνατο για να μπορεί να με αγαπάει για πάντα.
Για περισσότερο κι απ’ όσο ζουν τ’ αστέρια.


Μαρία Ράπτη


29 Μαΐου 2016

Πώς Είστε;


Κάνω περίεργες ερωτήσεις στους ανθρώπους.
Σήμερα ρώτησα κάποιον:
-Σας λείπει ένα κουμπί. Δεν κρυώνει η ζωή σας;
Προχθές ρώτησα έναν περαστικό που δεν με ήξερε:
-Γιατί δεν με αγαπάτε;
Γενικά πάντα ρωτάω τους άλλους.
Όχι πώς τους λένε και τι επαγγέλλονται.
Πιο φυσικά πράγματα ρωτώ:
-Γιατί στάζετε τόση λυπη;
-Γιατί κρύβετε το σκοτάδι σας;
-Γιατί δεν κοιτάζετε κανέναν γύρω σας;
-Πονάτε;
-Σας πέθανε κάτι; Κάποιος;
-Πώς είστε;
Ειδικά αυτό το πώς είναι οι άλλοι.
Το ρωτάω.
Θέλω να ξέρω αν είναι καλά.
Λένε κάτι, αλλά δεν είναι απάντηση.
Κάτι που δεν λέει τίποτα λένε συνήθως.
Γιατί νομίζουν πως δεν το εννοώ ό,τι ρώτησα.
Αλλά εγώ όλα τα εννοώ.
Δεν ξέρουν ότι νοιάζομαι γι’ αυτούς.
Ότι είναι στη φύση μου να νοιάζομαι.
Πολλοί όταν καταλάβουν ότι νοιάζομαι, ξαφνιάζονται.
Κάποιοι τρομάζουν.
Λένε: Τι θέλεις από μένα;
Ή το εννοούν κι ας μη το λένε.
Αλλά εγώ δεν θέλω κάτι.
Τίποτα δεν θέλω.
Απλώς νοιάζομαι.
Είναι στη φύση μου.
Μη με παρεξηγείτε...


Αγνώστου



5 Μαΐου 2016

Αφιερώσεις

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα αργά, λίγο πριν φύγεις από το γραφείο
με το δυνατό κίτρινο σποτάκι και το παράθυρο που σκοτεινιάζει
μέσα στο λήθαργο ενός κτιρίου που 'χει ησυχάσει
πολύ μετά την ώρα αιχμής.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα όρθια σ' ένα βιβλιοπωλείο μακριά απ' τον ωκεανό
μια γκρίζα μέρα της πρώιμης άνοιξης, 
με τις αραιές νιφάδες να χορεύουν 
στις αχανείς πεδιάδες που απλώνονται γύρω σου.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα σ' ένα δωμάτιο 
όπου έχουν συμβεί πολλά που δεν αντέχεις
τα σκεπάσματα σπείρες ακίνητες στο κρεβάτι
και η ανοιχτή βαλίτσα μιλάει για αναχώρηση
αλλά εσύ δεν μπορείς ακόμα να φύγεις.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα
καθώς το υπόγειο τρένο κόβει ταχύτητα και πριν ανεβείς
τρέχοντας τις σκάλες προς ένα καινούργιο είδος αγάπης
που η ζωή ως τώρα δεν σου 'χε επιτρέψει.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα δίπλα στο φως
που ρίχνει η τηλεόραση καθώς εικόνες χωρίς ήχο γλιστρούν σπασμωδικά
κι εσύ περιμένεις το δελτίο ειδήσεων για την ιντιφάντα.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα σε μια αίθουσα αναμονής
που τη μοιράζεσαι με ξένους,
καθώς οι ματιές σας σμίγουν και τραβιούνται αμήχανα.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα κάτω απ' τις λάμπες φθορισμού
στην ανία και την αγγαρεία των νέων που δεν μετράνε,
κι ούτε οι ίδιοι μετρούν τον εαυτό τους, από πολύ μικροί.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα με όραση που χάνεται,
οι χοντροί φακοί μεγεθύνουν τούτα τα γράμματα πέρα από κάθε νόημα αλλά εσύ συνεχίζεις
γιατί ακόμα και το αλφάβητο είναι πολύτιμο.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα καθώς πηγαινοέρχεσαι δίπλα στην κουζίνα
ζεσταίνοντας γάλα, μ' ένα μωρό στον ώμο που κλαίει, 
ένα βιβλίο στο χέρι γιατί η ζωή είναι σύντομη κι εσύ διψάς πολύ.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα που δεν είν' στη γλώσσα σου
μαντεύοντας λέξεις ενώ άλλες σε σπρώχνουν να συνεχίσεις
και θέλω να μάθω ποιες λέξεις είν' αυτές.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα στήνοντας αυτί για κάτι, 
διχασμένη ανάμεσα σε πίκρα και ελπίδα
επιστρέφοντας στο καθήκον που δεν μπορείς να αρνηθείς.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα 
γιατί δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να διαβάσεις
εκεί που προσγειώθηκες, ολόγυμνη όπως είσαι.


Αντριέν Ριτς




26 Απριλίου 2016

H Απόλαυση

Είναι δυο άνθρωποι.
Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλον: «Θα σε σκοτώσω»
«Μα γιατί», ρωτά ο άοπλος,
«τι σου ΄χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις»

«Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα»,
λέει αυτός με το μαχαίρι.
«Ή και να με μισούσες». λέει ο άοπλος,
 
«να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες.
Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε»

«Κι αν σ' αγαπήσω» επιμένει ο οπλισμένος,
«αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει τούτο το μαχαίρι;»
« Ω, μη φοβάσαι» λέει ο άοπλος,
«σκοτώνει ακόμα και η αγάπη. Και τότε.. είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»



Αργύρης Χιόνης

24 Απριλίου 2016

Εκτός Πραγματικότητας

Άλλοτε διάβαζα συχνά όταν ήμουν άρρωστος. 
Οι σιλουέτες του Στάινμπεκ αποβιβάζονταν μέσα στο δωμάτιό μου
με γέλια και αλκοολούχες καραμέλες. Τα κρεβατώματά μου γίνονταν γιορτές.
Διάβαζα για να ξεφύγω από μια μακρά παιδική ηλικία. Διάβαζα όπως κανείς
ετοιμάζεται για πόλεμο. Θυμάμαι τον Προυστ και τις πασχαλιές.
Θυμάμαι τον Σατωβριάνδο μέσα σ' ένα δάσος της Φλόριντα.
Ξαναβλέπω τα Mosquitos του Φώκνερ που με περιτριγύριζαν στον κήπο
του Παλαί Ρουαγιάλ. Θυμάμαι αυτή την ερώτηση «έχει η τέχνη κάποια σχέση
με το σεξουαλικό ένστικτο;». Κι από τα ανοιξιάτικα δέντρα έπεφτε απαλό βαμβάκι.
Θυμάμαι τα μικρά κόκκινα σπιτάκια. Θυμάμαι τα σπίτια του τέλους.
Ξαναβλέπω τις πόρτες από ελεφαντόδοντο ή κέρατο του Νερβάλ και του Βιργιλίου.
Ξαναβλέπω τον Πεσσόα να περπατάει  με τα ρούχα του λογιστή σ’ ένα δρόμο της Λισσαβόνας.
Σκέφτομαι τον Σαντράρ και τα ταξίδια που ποτέ δεν θα κάνω.
Θυμάμαι τον Γκαρσία Λόρκα δολοφονημένο.  Και δεν ξεχνώ πως η ανθρωπότητα
είναι απείρως ανώτερη απ' αυτό  που κάποια αμόρφωτα σκουπίδια θα θέλανε να γίνει.


Πιέρ Μερό


18 Απριλίου 2016

Το Αίνιγμα και ο Φόβος

Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο;
Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει
τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους
σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου,
εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες
αγκαλιάς; Εμπρός, λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε
να θυμηθείτε -αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που
σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα; Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν
περπάτημα ή αέρινο, όπως το σχήμα των χεριών που κλείνουν σ’ ένα χάδι βαθύ
ως μέσα στις ρίζες;


     

Ο φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο
με φιδοφωλιές και βρώμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό
αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν
τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες
τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε
μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί,
που ο πόθος ξεδιπλώνει τον βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της
και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα. Ερωτεύομαι θα πει πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και
διασχίζομαι. Και ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια,
δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή
τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ’ αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα. Ένα μπορώ. Να γνωρίζω και
να αγνοώ μαζί. Να εγκληματώ και να ’μαι η μόνη αθώα. Να παραλύω στην πιθανότητα
της αποκάλυψης κι αυτός ο φόβος, ο Φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα...
Εγώ ήμουνα στους πρώτους.

Άκης Δήμου





10 Απριλίου 2016

Η Πιο Μεγάλη Πλάνη

Αποθηκεύω ολόκληρη τη ζωή μου στο ''μετά''. Είτε το ''μετά'' είναι αύριο, 
σε ένα μήνα, σε πέντε χρόνια ή ακόμα και στην επόμενη στιγμή. 
Από τότε που με θυμάμαι οι σκέψεις μου τρέχουν συνεχώς σε αυτόν τον μαγικό τόπο 
που όλο φτάνει αλλά ποτέ δεν είναι εδώ.
Και τον οικοδομούν τόσο λεπτομερώς, τον περιγράφουν είτε μαύρο και αδιέξοδο 
είτε ελπιδοφόρο και ευτυχισμένο (ανάλογα με τη συναισθηματική μου κατάσταση) 
που πολλές φορές αντιδρώ και μεταβάλλω τη διάθεσή μου λες και ζω ήδη εκεί.
Σε αυτό το αυθαίρετο ''μετά'' που αυθαίρετα κατασκεύασε κάποιο μέρος του εαυτού μου. 
Ποιος άραγε; Τι μέρος του λόγου είναι; Με τι δεδομένα το έπραξε; Γιατί το κάνει;

Κοιτάζοντας γύρω μου, βλέπω την παροδικότητα και τη φθορά των πραγμάτων. 
Όλα μου τραγουδούν: «ποτέ πια». Ποτέ πια δεν θα ξανανασάνω όπως αυτή εδώ τη στιγμή.
Ποτέ πια η καρδιά μου δεν θα χτυπήσει όπως τώρα. Ο επόμενος θα είναι ένας άλλος χτύπος,
που όσο και να τον οραματιστώ (όσο και να φανταστώ την ουσία της ζωής της ίδιας) 
δεν θα έχει καμία σχέση με τις προκαταβολικές απεικονίσεις μου. 
Και την ίδια στιγμή το ''τώρα'' δίνει τη θέση του στο επόμενο ''τώρα''.. Αέναα.

Έχουμε παρατήσει τα κορμιά μας εδώ, και με την υπόλοιπη ύπαρξη μας περιπλανιόμαστε 
σε έναν ανύπαρκτο κόσμο. Η μεγαλύτερη φυλακή και η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. 
Μέχρι να γίνουν και τα κορμιά μας σκόνη. Αφήνοντας μόνο τον χρόνο να κυλάει. 
Χωρίς άλλες ψευδαισθήσεις.


Χρήστος Ελμάζης 



17 Μαρτίου 2016

Ὀρυχεῖο

Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι.


Μίλτος Σαχτούρης


15 Φεβρουαρίου 2016

Το Δέρας

Με βρήκε σκυμμένο να παρατηρώ τον κόσμο επάνω από τη μαγική διαφάνεια
που παραθλάζει τα αντικείμενα και κάνει τα μεγάλα να φαίνονται μικρά,
τα σημαντικά ασήμαντα, τα αόρατα ορατά.  
«Τι έχεις» με ρώτησε.
Έμεινα για λίγο σιωπηλός και έπειτα απάντησα με βεβαιότητα:

«Έχω στη βιβλιοθήκη μου τις επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό, που μου εμπιστεύτηκε
εκείνο το κορίτσι που ήρθε στο δωμάτιο μου 
στην καρδιά του καλοκαιριού,
τότε που έλειπα, και ξαπλώσαμε μαζί…

Έχω ένα ολόκληρο θεατρικό τελειωμένο στο κεφάλι μου,όπου το κομβικό σημείο 
έχει να κάνει με μια μαύρη γάτα που περνάει απαρατήρητη δυο διαδοχικές φορές 
έξω από το παράθυρο, την ώρα που οι ήρωες συζητούν στο σαλόνι.
Έχω έναν μυστικό καταρράκτη, σκαρφαλωμένο στα βουνά της Πιερίας,
ό
που σταμάτησα ένα απόγευμα να πιω νερό και το άλογο μου δεν με περίμενε.
Έχω ένα κλειδί που ανοίγει ένα παλιό ξενοδοχείο που πλέον δεν υπάρχει. Το κατοικούσαν
παράξενα ζώα που μιλούσαν και ζεύγη αριστοκρατών, 
φερμένα από εποχές που πέρασαν ανεπιστρεπτί.
Ένα χάραμα τυλίχτηκε στις φλόγες 
και τα μόνα που έμειναν αλώβητα ήταν τα κρεβάτια με τους ουρανούς τους. 
Η ομίχλη που απλώθηκε έπειτα, το έσβησε μια για πάντα από τις μνήμες των περιοίκων.
Έχω μια σειρά από θιβετανικές νεκροκεφαλές, κρυμμένες σε ένα μπάνιο με κερασιές, σε ένα νησί του νότου.
Κοιμούνται και ονειρεύονται τη θνητότητα τους.

Έχω μια κυρά του ήλιου και μια της σελήνης που κάθε τόσο με διεκδικούν για λογαριασμό τους.
Η μια με καίει με τις φωτεινές άκρες της, 
η άλλη με πνίγει σε κάθε βραδινή παλίρροια.
Έχω ένα χαλί διακοσμημένο με περίτεχνα μοτίβα, που όποτε κάθομαι επάνω του δεν πετάει. Δεν πετάει!
Έχω ένα περιβόλι, κοντά σε μια ακτή, που ο επιστάτης έχασε τη γυναίκα του
και από τότε έχει βυθιστεί στη λήθη. Κάθε χειμώνα περιφέρεται ανάμεσα στις λεμονιές,
μαζεύει τα λεμόνια τους να μην παγώσουν απ’ το κρύο και δεν έχει που να τα δώσει.
Έχω ένα σακούλι με λίρες χρυσές που τις αντάλλαξα για ένα ξύλινο κουτάλι. Έκτοτε σκάβω το λάκκο μου μ’ αυτό.
Έχω έναν φάρο καταμεσής σε ένα λιβάδι που περιμένει τη θάλασσα του, για να σμίξουν πάλι.   
Έχω έναν καθρέφτη εντοιχισμένο, που δείχνει τα πράγματα όπως θα μπορούσαν
και όχι όπως είναι. Τις προάλλες με έδειξε γυμνό να ακροβατώ στην άκρη ενός κύματος.
Τέρατα κολυμπούσαν από κάτω, μα δεν με είχαν.
Έχω μια ιστορία (σαν αυτή) που μέσα τις κρύβεται μια άλλη ιστορία. Ξεπροβάλει δειλά ανάμεσα από
τις γραμμές και περιμένει να την διηγηθούν 
αγέννητοι αναγνώστες.
Έχω δυο άστρα κλεισμένα σε ένα γυάλινο δοχείο, που συνθλίβονται το ένα μέσα στο άλλο. Αέναα.

Έχω τόσα κι άλλα τόσα, μα κάτι άλλο επιθυμώ και ψάχνω.

Όταν το βρω, θα είναι το μόνο που θα έχω. Πριν μας κλέψει ο ορισμός
και γίνουμε πετράδια»


Χρήστος Ελμάζης




12 Φεβρουαρίου 2016

Οι Δύο Λέξεις

Θ' αρχίσω με τη λέξη έρωτας
και θα τελειώσω
με τη λέξη χώμα
Τις ενδιάμεσες,
θαρρώ πως τις μαντεύετε


Χρίστος Λάσκαρης


8 Φεβρουαρίου 2016

Σύννεφο με Παντελόνια

Την σκέψη,
στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται,
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο, θα ερεθίσω
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός.
Νεύρα
μεγάλα,
μικρά,
πολλά!
Tρέχουν μανιασμένα
και από τα νεύρα
κόβονται τα πόδια!
Εκνευριστήκατε;
«Έχει λιγότερα λεφτά ένας ζητιάνος
απ’ ό,τι εσείς σμαράγδια τρέλας»
Θυμηθείτε!
Η Πομπηία εχάθηκε
σαν ο Βεζούβιος θύμωσε.
Έι!
Κύριοι!
Εραστές
των ιεροσυλιών
των εγκλημάτων
των σφαγών
είδατε
ότι το πιο παράξενο απ’ όλα
είναι το πρόσωπό μου
όταν είμαι ήρεμος απολύτως;

Και ξέρω
το Εγώ
μου πέφτει λίγο.
Άλλος από μέσα μου θα ξεπεταχτεί.


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

6 Φεβρουαρίου 2016

Μέσα Από τον Καθρέφτη

«Ονειρεύεται τώρα», είπε ο Τουιντλιντί.
«Και τι νομίζεις πως ονειρεύεται;»
H Αλίκη είπε: «κανένας δεν μπορεί να το μαντέψει αυτό»
«Εγώ ξέρω.. Ονειρεύεται εσένα», φώναξε ο Τουιντλιντί και χτύπησε θριαμβευτικά τα χέρια του.
«Κι αν σταματούσε να σε ονειρεύεται, πού νομίζεις πως θα ‘σουνα;»
«Eδώ που είμαι τώρα», είπε η Αλίκη.
«Τι μας λες!», ξανάπε ο Τουιντλιντί περιφρονητικά. «Δεν θα 'σουνα πουθενά. Γιατί είσαι μονάχα ένα πραγματάκι μες στο όνειρό του»
«Αν ο βασιλιάς ξυπνούσε», συμπλήρωσε ο Τουιντλντάμ, «θα 'λιωνες -χραπ- σα κερί»
«Δεν θα 'λιωνα!», φώναξε η Αλίκη με πείσμα. «Ύστερα, αν εγώ είμαι μονάχα ένα πραγματάκι μες στο όνειρό του, τότε τι είσαστε εσείς; Πολύ θα ήθελα να το μάθω»
«Το ίδιο», είπε ο Τουιντλντάμ.
«Το ίδιο, το ίδιο», φώναξε ο Τουιντλιντί.
Και το φώναξε τόσο δυνατά που η Αλίκη άθελά της είπε: «Σουτ. Φοβάμαι πως θα τον ξυπνήσεις, αν δε μιλάς πιο σιγά»
«Δεν κάνεις τίποτα προσπαθώντας να μην τον ξυπνήσεις», είπε ο Τουιντλντάμ, «αφού είσαι ένα πραγματάκι μες στο όνειρό του. Ξέρεις πολύ καλά πως δεν είσαι αληθινή» 
«Είμαι αληθινή», είπε η Αλίκη και άρχισε να κλαίει…


Λιούις Κάρολ


22 Ιανουαρίου 2016

Είμαι Νεκρός

Είμαι νεκρός επειδή μου λείπει η επιθυμία,
μου λείπει η επιθυμία επειδή νομίζω ότι κατέχω, 
νομίζω ότι κατέχω επειδή δεν προσπαθώ να δώσω.
Προσπαθώντας να δώσεις, βλέπεις ότι δεν έχεις τίποτε. 
Βλέποντας ότι δεν έχεις τίποτε, 
προσπαθείς να δώσεις κάτι από τον εαυτό σου.
Προσπαθώντας να δώσεις κάτι από τον εαυτό σου, 
βλέπεις ότι δεν είσαι τίποτε. 
Βλέποντας ότι δεν είσαι τίποτε, επιθυμείς να γίνεις.
Επιθυμώντας να γίνεις, αρχίζεις να ζεις.


Ρενέ Ντομάλ, Αποστολή στο Όρος Ανάλογο


14 Ιανουαρίου 2016

Η Πριγκίπισσα Που Δεν Ήταν


Γνώρισα κάποτε μια πριγκίπισσα χωρίς βασίλειο. Χωρίς κορώνα κι αυλικούς,
μήτε παλάτι ή γαλάζιο αίμα. Δίχως πλούτη, στρατό ή υπηκόους. Χωρίς τρανή γενεαλογία.
Περιφερόταν στην αγορά λουσμένη από τη χάρη μιας φαντασίωσης αισχρής,
πως τάχα θα 'ρθει ο πρίγκιπας που της αναλογεί, για να τη συμπληρώσει 
και να γίνουν ένα.

Με ψεύδη ασύστολα ξεγέλαγε εμπόρους και περαστικούς,
γλυκομιλούσε στα παιδιά, αποζητούσε σέβας και τιμές από γριές κυρίες...
Ο καιρός περνούσε και μνηστήρες άρχισαν να συρρέουν στις παρυφές της πόλης,
παρασυρμένοι από τις φήμες. Ανάμεσα τους κι ένας νεαρός
με αλλόκοτη κοψιά και διψασμένο βλέμμα.
Εκείνη, τους υποδέχονταν πάντα μεσάνυχτα, στην κεντρική πλατεία
(μιας και το ανάκτορο υπήρχε μόνο στο μυαλό της)
και αφού τους περιέπαιζε ή τους ζητούσε τον ήλιο με τ' αστέρια,
τους έδιωχνε έπειτα με ύβρεις και κατάρες.
Πώς τόλμησαν, άραγε, έστω και να σκεφτούν ότι θα μπορούσε κρυστάλλινη σταγόνα του ουρανού
να σμίξει με τη λάσπη;
Ήρθε όμως και η σειρά του νεαρού που έμοιαζε ξένος σε εκείνα τα μέρη.
Στάθηκε μπρος της, χαμογέλασε μα πριν αρχίσει να μιλά, μεταμορφώθηκε σε άνεμο
που άρχισε να λυσσομανά.
Σκόνη κι αχός σηκώθηκε στην πολιτεία...
Όταν η αντάρα κατακάθισε, η σπουδαία μέλλουσα βασίλισσα είχε εξαφανιστεί.
Μάταια έψαξαν οι λίγοι πλανεμένοι της πιστοί να την βρουν για να την φέρουν πίσω.
Στη θέση της πια κείτονταν σιωπηλά, ένα χαρτονένιο στέμμα.


Ήξερα κάποτε μια πριγκίπισσα πλαστή, που δεν κατείχε τίποτα.
Όμως στα όνειρα της, ψέλλιζε το ''τα'' το ''για'' και το ''ζητώ'' μπροστά από το ''πάντα''.
Στοιβάχτηκαν τα ψέματα σωρό κι όταν απαίτησε να εμφανιστεί μπροστά της το απόλυτο,
όρμησαν να την αφανίσουν.


[Επιμύθιο]
Κάθε ένωση προορίζεται να συνταράξει τα θεμέλια του σύμπαντος κόσμου.
Γι' αυτό και προστατεύεται από τους αγέρηδες και τα στοιχειά της φύσης.
Γι' αυτό και δεν ενώνεται ποτέ κανείς αληθινά, μέχρι να πουν εκείνα.
Κι εκείνα δεν θα πουν, εάν δεν βγάλουν τις μάσκες τους οι με το νου τους βασιλείς
και οι κίβδηλες πριγκιποπούλες. 


Χρήστος Ελμάζης























10 Ιανουαρίου 2016

Πάψετε Πια

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια.
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετή Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστό αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι
και να μη νοιώθουμε καμιά λαχτάρα ν’ ανατέλλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλειψε - και θα μας λείπει πάντα -
να βγούμε μόνοι απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κι ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας στα σκοτεινά τα βάθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά, που με το μέτωπο ν’ αγγίξουμε τ’ αστέρια


Κώστας Ουράνης