12 Οκτωβρίου 2017

Το Ωραίο Καλοκαίρι


Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκανε ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω

Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
Οι δικοί της τώρα την αναζητούν
Μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
Αν τους βαστάει τώρα
Ας με ξαναδείρουν, είπε
Πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
Μαχαίρι και πιρούνι
Και χωρίς να τρυπηθούν
Του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
Δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
Ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
Έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι, φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;

Κανείς δεν ξέρει.



Αργύρης Χιόνης 





3 Απριλίου 2017

Αλαλητήριο

Πού να πηγαίνει όλος τούτος ο κόσμος
καθώς φαίνεται να σκάει
μια μικρούλα κατεργάρα Άνοιξη;
Σαν τι να θέλει ν’ αναστήσει,
γιατί πνίγεται, γιατί πάλλεται, γιατί ξεχνιέται;

Νέοι, γέροι, πλούσιοι, φτωχοί,
στο άθλιο τούτο πανηγύρι
βρήκαν την αλήθεια τους
χωρίς να ταλανιστούν από υποψίες.
Σε μια καινούργια αλήθεια
μήπως θα θέλατε κύριε
και σεις να πιστέψετε;

Πουλιέται μόνο μερικές χιλιάδες άψυχα κουφάρια
και τα παράσημα εξασφαλισμένα.


Θωμάς Χαραλαμπίδης



27 Μαρτίου 2017

Επιστολή του Κώστα Καρυωτάκη στη Μαρία Πολυδούρη


Μαρίκα μου,

Έλαβα χθες το γράμμα σου του Σαββάτου. Μου μετέδωσε όλη τη λύπη σου.
Γιατί να υποφέρεις έτσι; Πρέπει να υπομείνεις αυτό το χωρισμό,
αφού δε θα διαρκέσει πολύ. Προσπάθησε να διασκεδάζεις. Βγαίνε όσο μπορείς
συχνότερα έξω. Πήγαινε με τις φίλες σου. Θα φύγεις και θα νοσταλγήσεις πάλι
την ωραία πατρίδα σου.
Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ' αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή
σ' αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ν' αγαπήσω. Τι έχω κάμει
λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη; Πόσο καλό μου κάνουν τα γράμματά σου,
όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα!
Ένα «Τάκη» ή ένα «πού είσαι;» καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει,
φτάνουν βαθιά ως την καρδιά μου.
Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα
να 'μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι,
αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και Φρατέλοι.
Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα για να λέμε την αγάπη μας...


Με χίλια φιλιά,
Κ.

01-06-1922

27 Ιανουαρίου 2017

Η Μέθοδος του Άρα

Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας, στο τελευταίο του τέταρτο,
αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί
από κάθε παιδεία. Οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις
με μια ευκολία που είναι να απορείς: συν, πλην, διά, επί – άρα...

Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι.
Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο "άρα" και να έχεις
έτοιμη την απάντηση. Άρα, μήπως χρειάζεται ένα διαφορετικό "άρα"
που να είναι αποτέλεσμα κάποιων άλλων συστημάτων
και αλλιώς αποδεικτέων μαθηματικών;

Ίσως είναι ανάγκη στα παιδιά μας να διδάσκουμε μαζί με τα μαθηματικά
που οδήγησαν στο "άρα" της τεχνολογίας και κάποια "λυρικά μαθηματικά"
που να οδηγούν και στο "άρα" της ευαισθησίας που διπλασιάζει την ικανότητα σου
να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μία πρόσβαση
στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας.

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα
στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διερευνήσεις αυτό το πεδίο
και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι.

Οδυσσέας Ελύτης


13 Δεκεμβρίου 2016

Στιγμές















Μας αρχίζουν με τα παραμύθια
στα γόνατα των γιαγιάδων,
μας αρχίζουν με τον πιο ακατάλληλο πρόλογο,
με την πιο επικίνδυνη εισαγωγή.


Και κάτι άλλο, φίλοι μου. Πρέπει να ξέρετε
πως απλώς διεκπεραιώνουμε ξένη αλληλογραφία,
τίποτα περισσότερο.


Ένα εγγεγραμμένο πολύγωνο σε κύκλο είμαστε.
Στις πιο καλές μας στιγμές
το πολύ πολύ ν' αγγίξουμε τον κύκλο.


Κύριοι, ο Θεός μας έκανε να περπατάμε ανύποπτοι,
γι' αυτό δεν έχουμε μάτια στην πλάτη.
Που να φανταζόταν πως αυτά πρωτίστως θα χρειαζόμαστε.


Ούτε τα μάτια ούτε τα χείλη
τα οστά μένουν,
που δεν τα λογαριάζαμε,
που δεν τα τραγουδήσαμε,
που τ’ αποκρύψαμε.


Φτιάξαμε τα ρήματα ν’ αρχίζουν με το πρώτο πρόσωπο,
φτιάξαμε τις γραμματικές ν’ αρχίζουν με τις προσωπικές αντωνυμίες.


Απάνω απ' όλα περνά η θάλασσα,
κάτω απ’ όλα περνά η θάλασσα
και καθρεφτίζει τ’ αστέρια ανάποδα
και καθρεφτίζει τον ήλιο ανάποδα
και καθρεφτίζει τα χρόνια μας ανάποδα.


Όλα όσα ζήσαμε,
όλα όσα αγαπήσαμε,
όλα όσα είπαμε δικά μας,
θα επαναλαμβάνονται στην απουσία μας
μ' άλλους να τα ζουν,
άλλους να τ΄ αγαπούν,
άλλους να τα λεν δικά τους.


Για να ξεχάσω τα μάτια σου
πρέπει να στερηθώ τον ουρανό,
πρέπει να στερηθώ την θάλασσα.


Όταν περνούσε,
οι μαγνητικές βελόνες εγκατέλειπαν το στόχο τους
για να τη δείξουν.
Όταν χαμογελούσε
τα στάχια δένονταν και ξεδένονταν
πράσινοι φιόγκοι και πλεξούδες,
ένα μικρό άστρο κοίταζε κατά τη γη και διερωτόταν.


Αυτές οι στιγμές που μόλις τελειώσουν
τις παίρνει ένα χέρι και τις πετά
χιλιάδες μίλια μακριά.


Θα ‘θελα να ‘ξερα
ποιο σκουλήκι θα κάνει την αρχή
απάνω σ’ αυτή την καρδιά
για να του σφίξω το χέρι
τώρα που μπορώ.


Θα ’πρεπε να κλείσουμε μια θετική συμφωνία
με πλήρεις λεπτομέρειες
πριν έλθουμε στη ζωή.
Τώρα όπως έγιναν τα πράγματα
κι αναπνεύσαμε άνευ όρων
η υπόθεση είναι χαμένη.


Ήταν άραγε όταν μάθαμε πως φτιαχτήκαμε από αυτή
που δώσαμε τόσο κακή σημασία στη λάσπη;


Εγώ σας λέω πως θα λυπηθεί η γη όταν μας χάσει.
Ό, τι και να ήμαστε,
ήμαστε μια ποικιλία στη ζωή της,
της δίναμε κάποιο θέαμα.


Κώστας Μόντης

24 Νοεμβρίου 2016

Να Επισκεπτόμαστε τους Επιζώντες Ποιητές


Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν, μάλιστα, τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.
Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους λουλούδια τρομερά.
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς, βοτανολόγους…
Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά,
λόγια φοβισμένα κι αόριστα οι περαστικοί
κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.
Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται.
Αποτραβιούνται σπίτι τους ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο, όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ, μες στην κλεισούρα τα τρομερά λουλούδια
αρχίζουν να ξεραίνονται και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά, σ' όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι, λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή.
Κι αποτεφρώνονται.



Γιάννης Βαρβέρης




20 Σεπτεμβρίου 2016

Σε Αντίκρισα Πριν την Ασχήμια

Σε αντίκρισα πριν από τον κόσμο
Σαν ένα ξίφος από γιασεμί
Που διαλαλεί τον θρίαμβό μου
Σε αντίκρισα πριν από τους άπιστους
Σαν ιερό βιβλίο
Πριν από τους αναλφάβητους, ένα ποίημα
Πριν από τους περιπλανώμενους νομάδες, ένα βασίλειο θαυμάτων

Πετάω το διαβατήριο μου στη θάλασσα
Και ονομάζω εσένα πατρίδα μου
Πετάω το γλωσσάρι μου στη φωτιά
Και ονομάζω εσένα διάλεκτό μου
Σκοτώνω όλες τις γενεαλογίες βασιλέων
Και ονομάζω εσένα βασίλισσα μου

Σε αντίκρισα πριν τον Ιούλιο
Σαν μια υπόσχεση βροχής
Και πριν τα πουλιά
Σαν υπόσχεση ότι κάπου εκεί κοντά υπάρχουν δέντρα
Σε αντίκρισα πριν τα θαλασσοπούλια
Σαν υπόσχεση του απέραντου γαλάζιου

Πηγαίνω με τα μικρά παιδιά ένα ταξίδι στην εξοχή
Γύρω από τα στήθη σου
Για να παίξουν με το χιόνι
Να κυνηγήσουν αγριόπαπιες
Και να δουν με τα μάτια τους
ότι η Γη είναι κύκλος

Σε αντίκρισα πριν την έρημο
Σαν τροπική βλάστηση
Και πριν την ξηρασία, σαν σπόρο σιταριού
Και πριν την έλευση του σκότους
Σαν πορφυρό δαυλό

Πριν τους νηστικούς σε αντίκρισα, σαν ψωμί
Πριν από εκείνους που σκλαβώθηκαν, σαν  λάβαρο απελευθέρωσης
Σε αντίκρισα πριν την ασχήμια
Σαν ένα λευκό περιστέρι,
Σαν πηγή, σαν συλλογή με ποιήματα

Σε αντίκρισα πριν τις εξουσίες που καταπιέζουν
Σαν μελωδία
Πριν την πρωινή περίπολο
Σαν σπάνιο άρωμα κλεισμένο σε μπουκάλι
Και πριν τον θάνατο
Σαν γέννησης φαιδρότητα

Δηλώνω ενώπιων των πεινασμένων για σάρκα
ΟΤΙ ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ
Και με τη δήλωσή μου αυτή
Τους επιτρέπω να πετάξουν τα δόντια τους στη θάλασσα
Να ξεριζώσουν τα νύχια τους
Να ξεπλύνουν το αίμα από τα ρούχα τους
Και με τη σειρά τους, να εισέλθουν στην εποχή της αναγέννησης


Νιζάρ Καμπανί

8 Σεπτεμβρίου 2016

Θέλω να Κάνουμε Μαζί Όσα η Ποίηση Ακόμη δεν Έχει Γράψει

Αντικρίζοντάς σε, καθένας θα έλεγε
ότι οι καταστροφολόγοι απέτυχαν:
δεν ήταν το τέλος του κόσμου που πλησίαζε,
ήσουν εσύ.

Σε βλέπω να έρχεσαι από τον διάδρομο
σαν κάποιος που βαδίζει δυο εκατοστά πάνω απ’ το έδαφος
και νομίζει ότι κανένας δεν τον βλέπει.
Μπαίνεις στο σπίτι μου
- στη ζωή μου -
με τα χαρτιά σου ανοιχτά και τον αφαλό να κοιτάζει τον ουρανό,
με την αγκαλιά ανοιχτή
λες και τούτη τη νύχτα
μου προσφέρεις να πιώ ελεύθερα ποίηση από το στήθος σου,
και τα χέρια σου είναι γεμάτα, τόσο
που νιώθω ότι με αγγίζει ο κόσμος όλος
κι όχι η πιο όμορφη κοπέλα της γειτονιάς.

Κάθεσαι
και το πρώτο που κάνεις είναι να με προειδοποιήσεις:
Δε φοράω εσώρουχα
όμως τη σάρκα μου ντύνει μια πανοπλία.
Σε κοιτάζω
κι απαντώ:
Μου αρέσει τόσο το σήμερα
όσο με φοβίζει το αύριο.

Κι εγώ χαμογελώ
και σου φιλώ την πλάτη
και σου καλύπτω τα βλέφαρα
και η ασπίδα σου καταλήγει εκεί όπου βρίσκονται και οι άμυνες:
τσαλακωμένη στον κάλαθο των αχρήστων.
Κι εσύ χαμογελάς
κι ανακαλύπτεις το ανατρίχιασμα στην πλάτη μου
και λες ότι ζωή δίχως θάρρος
είναι δρόμος γυρισμού ατελείωτος,
και η δειλία μου ξεγυμνώνεται
κι αρχίζει να χορεύει με όλα της τα φανάρια στο κόκκινο.

Φιλώ
ένα προς ένα
όλα τα δευτερόλεπτα που σ’ έχω στο κρεβάτι
για να πάρω τα ρολόγια με το μέρος μου.
στον αποχαιρετισμό γυρίζουμε τον κόσμο μέχρι τη μέση
ώστε ακόμη κι αν αργήσουμε
να θέλουμε να επιστρέψουμε.
έρχεσαι και φεύγεις σαν τον καθένα,
όμως μέσα μου είσαι η μοναδική.
σου αρέσει η ελευθερία μου
κι εμένα μ’ αρέσει να νιώθω ελεύθερος στο πλευρό σου.
μου αρέσει η αλήθεια σου
και σε σένα αρέσει να επαληθεύεσαι στο πλευρό μου.

Έχεις το ομορφότερο δέρμα του κόσμου
για να γαντζωθώ επάνω του μέχρι τον χειμώνα που έρχεται.
έχεις μάτια που μιλούν καλύτερα απ’ τα χείλη σου
και χείλη που με βλέπουν καλύτερα κι από τα μάτια σου.
έχεις έναν ξεσηκωμό που φωτίζει τους τοίχους
πριν από το φως του ήλιου.
γέλιο ικανό να σώσει τη χώρα
και το βλέμμα εκείνων που ξέρουν να ονειρεύονται με τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και ξαφνικά περνάει,
χωρίς να το περιμένω έχει περάσει.
Δεν έχεις φύγει κι όμως μου λείπεις,
σε φίλησα μόλις
και το σάλιο μου πολλαπλασιάζεται, θέλοντας κι άλλο,
διασχίζεις την πόρτα
κι εγώ γλείφω πάλι τα δάχτυλά μου για να σε φυλάξω,
περπατώ
και σε θέλω μαζί μου σε κάθε γωνία.

Αν η λέξη είναι πράξη
τότε έλα να μου διηγηθείς τον έρωτα,
γιατί θέλω να κάνουμε μαζί
όσα η ποίηση ακόμη δεν έχει γράψει.





Ελβίρα Σάστρε



6 Σεπτεμβρίου 2016

Κι ο Ευκάλυπτος να Έχει τη Μορφή σου

Ο ειρμός βρέθηκε
σφαγμένος από την απώλεια
πάγωσα ακαριαία
στάθηκα να κοιτώ στο φεγγαρόφωτο
τον ευκάλυπτο να έχει τη μορφή σου
-το βλέμμα μου κατορθώνει πολλά όταν φορτίζει από άστρο-
ξέρω καλά πως η εποχή πριν φύγει αλλάζει το μπεμπιλίνο της άλλης
ωπ και ωπ και σάλτα και φιγούρες
ένας κυκλικός χορός σέρνει το ανθρωπομάνι
άνθρωποι πιασμένοι απ’ το χέρι
να κυκλώνουμε το μηδέν απελπισμένοι
-δεν υπάρχει τελετή χωρίς τον κύκλο-
απελπισμένοι λέω
αφού σε τούτο το χορό ο προηγούμενος
ποθεί πάντα τον μπροστινό του
κι ο μπροστινός την μπροστινή του
και πάει λέγοντας
και χορεύουμε χωρίς να γυρνάμε πίσω το κεφάλι
ποιο είναι το όνομα σου;
έτσι οι εποχές αλλάζουν χρώμα
μα ως πότε σε ρωτώ
οι θεοί γονάτισαν μπροστά μας
ψέλνουνε το «Πιστεύω», δεν ακούς;
μας προσκυνάνε που αντέχουμε τόσο πολύ μαρτύριο
κι αντί να βγαίνουμε απ’ το χορό
εμείς εκεί
να παίρνουμε σβάρνα τα πανηγύρια του Αιγαίου
με θυμάσαι;
είχαμε στολίσει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο μαζί
κρυώνω πολύ
σαν την πατούσα ενός αρχαίου πάνω στο χιόνι
η ποίηση με ρωτάς η ποίηση
κατουρημένος χιονάνθρωπος από αδέσποτο η ποίηση
δε μιλάς
πού αποθηκεύονται οι μνήμες της ελιάς;
ένα έγκλημα πάθους στον Αμπελά
θες να με θυμάσαι;
είχαμε γδυθεί σε μια καλοκαιρινή μπόρα
τότε που είδα τον ουρανό να ανασαίνει μες στα στήθη σου
ίσως αναστέναξες τώρα δεν ξέρω
πάντως ο άνεμος αγρίεψε
τάραξε τις καμπύλες του ευκάλυπτου
η μορφή σου χάθηκε απότομα
κι άρχισα να περπατώ ξανά στο φεγγαρόφωτο μονάχος
τι είχαμε τι χάσαμε
άκουγα τις σκιομυθίες στο έδαφος αλλά δεν έδινα σημασία
μια σκιά δαγκάνα δε με φόβισε μη με αρπάξει και την πάτησα
το μόνο που με ένοιαζε τώρα
ήταν η σκέψη να σε πω Κήπο
και να φυτευτώ μέσα σου.

Καλύτερα να μαραίνεσαι τούτες τις εποχές
παρά να σαπίζεις



Σαμσών Ρακάς

11 Ιουλίου 2016

Κι ο Θάνατος δεν θα Κυριαρχεί


Άνθρωποι νεκροί, γυμνοί, θα είναι ένα 
Με τον άνεμο και με το δυτικό φεγγάρι 
Όταν τα οστά θα γυμνωθούν, και τα γυμνά οστά θα χαθούν 
Θα 'χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι 
Θα παραφρονήσουν μα θα είναι γνωστικοί
Θα βυθιστούν στη θάλασσα αλλά θ' αναδυθούν 
Οι αγαπημένοι θα χαθούν, μα η αγάπη όχι 
Κι ο θάνατος δεν θα κυριαρχεί.


Ντίλαν Τόμας


3 Ιουλίου 2016

Το Κορίτσι Μέσα στο Σπίτι

Και τώρα θα μείνω για πάντα εδώ. Σε αυτό το σπίτι. Ελπίζω μόνο πως κάποτε
θα πέσει και θα με θάψει στα συντρίμμια του και θα ησυχάσω.
Όταν θα συμβεί αυτό, σας παρακαλώ να μη με μετακινήσετε. Μην πειράξετε τίποτα,
ούτε το παραμικρό κομματάκι σκόνης. Αφήστε με έτσι, με το σπίτι πάνω μου και ξεχάστε με,
ξεχάστε με για πάντα… Κι αν ποτέ δείτε εκείνον, αν κάποτε σε κάποιο παράξενο μέρος
συναντήσετε εκείνον που έχει το σημάδι απ’ το αστέρι, να του πείτε πως εγώ είμαι εδώ,
στο σπίτι μας.
Να του πείτε πως προσπαθώ να τον φτάσω αλλά δεν μπορώ να τον βρω,
γιατί έχω παγιδευτεί κάπου ενδιάμεσα και δεν ξέρω πού ακριβώς είμαι. Να του πείτε ότι
ποτίζω τον έρωτα, όπως εκείνος πότιζε κάποτε το γιασεμί μας κι ότι τον ποτίζω
με το αίμα μου.
Και να του πείτε ότι θα τον βρω, ότι κάποια στιγμή θα τον ξαναβρώ.
Και ότι τότε θα έχω έτοιμο το τσάι γιασεμί και τον πόθο που ζέσταινε κάποτε το χιόνι…
Κι έναν θάνατο για να μπορεί να με αγαπάει για πάντα.
Για περισσότερο κι απ’ όσο ζουν τ’ αστέρια.


Μαρία Ράπτη


29 Μαΐου 2016

Πώς Είστε;


Κάνω περίεργες ερωτήσεις στους ανθρώπους.
Σήμερα ρώτησα κάποιον:
-Σας λείπει ένα κουμπί. Δεν κρυώνει η ζωή σας;
Προχθές ρώτησα έναν περαστικό που δεν με ήξερε:
-Γιατί δεν με αγαπάτε;
Γενικά πάντα ρωτάω τους άλλους.
Όχι πώς τους λένε και τι επαγγέλλονται.
Πιο φυσικά πράγματα ρωτώ:
-Γιατί στάζετε τόση λυπη;
-Γιατί κρύβετε το σκοτάδι σας;
-Γιατί δεν κοιτάζετε κανέναν γύρω σας;
-Πονάτε;
-Σας πέθανε κάτι; Κάποιος;
-Πώς είστε;
Ειδικά αυτό το πώς είναι οι άλλοι.
Το ρωτάω.
Θέλω να ξέρω αν είναι καλά.
Λένε κάτι, αλλά δεν είναι απάντηση.
Κάτι που δεν λέει τίποτα λένε συνήθως.
Γιατί νομίζουν πως δεν το εννοώ ό,τι ρώτησα.
Αλλά εγώ όλα τα εννοώ.
Δεν ξέρουν ότι νοιάζομαι γι’ αυτούς.
Ότι είναι στη φύση μου να νοιάζομαι.
Πολλοί όταν καταλάβουν ότι νοιάζομαι, ξαφνιάζονται.
Κάποιοι τρομάζουν.
Λένε: Τι θέλεις από μένα;
Ή το εννοούν κι ας μη το λένε.
Αλλά εγώ δεν θέλω κάτι.
Τίποτα δεν θέλω.
Απλώς νοιάζομαι.
Είναι στη φύση μου.
Μη με παρεξηγείτε...


Αγνώστου



5 Μαΐου 2016

Αφιερώσεις

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα αργά, λίγο πριν φύγεις από το γραφείο
με το δυνατό κίτρινο σποτάκι και το παράθυρο που σκοτεινιάζει
μέσα στο λήθαργο ενός κτιρίου που 'χει ησυχάσει
πολύ μετά την ώρα αιχμής.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα όρθια σ' ένα βιβλιοπωλείο μακριά απ' τον ωκεανό
μια γκρίζα μέρα της πρώιμης άνοιξης, 
με τις αραιές νιφάδες να χορεύουν 
στις αχανείς πεδιάδες που απλώνονται γύρω σου.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα σ' ένα δωμάτιο 
όπου έχουν συμβεί πολλά που δεν αντέχεις
τα σκεπάσματα σπείρες ακίνητες στο κρεβάτι
και η ανοιχτή βαλίτσα μιλάει για αναχώρηση
αλλά εσύ δεν μπορείς ακόμα να φύγεις.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα
καθώς το υπόγειο τρένο κόβει ταχύτητα και πριν ανεβείς
τρέχοντας τις σκάλες προς ένα καινούργιο είδος αγάπης
που η ζωή ως τώρα δεν σου 'χε επιτρέψει.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα δίπλα στο φως
που ρίχνει η τηλεόραση καθώς εικόνες χωρίς ήχο γλιστρούν σπασμωδικά
κι εσύ περιμένεις το δελτίο ειδήσεων για την ιντιφάντα.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα σε μια αίθουσα αναμονής
που τη μοιράζεσαι με ξένους,
καθώς οι ματιές σας σμίγουν και τραβιούνται αμήχανα.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα κάτω απ' τις λάμπες φθορισμού
στην ανία και την αγγαρεία των νέων που δεν μετράνε,
κι ούτε οι ίδιοι μετρούν τον εαυτό τους, από πολύ μικροί.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα με όραση που χάνεται,
οι χοντροί φακοί μεγεθύνουν τούτα τα γράμματα πέρα από κάθε νόημα αλλά εσύ συνεχίζεις
γιατί ακόμα και το αλφάβητο είναι πολύτιμο.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα καθώς πηγαινοέρχεσαι δίπλα στην κουζίνα
ζεσταίνοντας γάλα, μ' ένα μωρό στον ώμο που κλαίει, 
ένα βιβλίο στο χέρι γιατί η ζωή είναι σύντομη κι εσύ διψάς πολύ.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα που δεν είν' στη γλώσσα σου
μαντεύοντας λέξεις ενώ άλλες σε σπρώχνουν να συνεχίσεις
και θέλω να μάθω ποιες λέξεις είν' αυτές.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα στήνοντας αυτί για κάτι, 
διχασμένη ανάμεσα σε πίκρα και ελπίδα
επιστρέφοντας στο καθήκον που δεν μπορείς να αρνηθείς.

Ξέρω διαβάζεις αυτό το ποίημα 
γιατί δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να διαβάσεις
εκεί που προσγειώθηκες, ολόγυμνη όπως είσαι.


Αντριέν Ριτς




26 Απριλίου 2016

H Απόλαυση

Είναι δυο άνθρωποι.
Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλον: «Θα σε σκοτώσω»
«Μα γιατί», ρωτά ο άοπλος,
«τι σου ΄χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις»

«Γι' αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα»,
λέει αυτός με το μαχαίρι.
«Ή και να με μισούσες». λέει ο άοπλος,
 
«να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες.
Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε»

«Κι αν σ' αγαπήσω» επιμένει ο οπλισμένος,
«αν σ' αγαπήσω, τι θα κάνει τούτο το μαχαίρι;»
« Ω, μη φοβάσαι» λέει ο άοπλος,
«σκοτώνει ακόμα και η αγάπη. Και τότε.. είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»



Αργύρης Χιόνης

24 Απριλίου 2016

Εκτός Πραγματικότητας

Άλλοτε διάβαζα συχνά όταν ήμουν άρρωστος. 
Οι σιλουέτες του Στάινμπεκ αποβιβάζονταν μέσα στο δωμάτιό μου
με γέλια και αλκοολούχες καραμέλες. Τα κρεβατώματά μου γίνονταν γιορτές.
Διάβαζα για να ξεφύγω από μια μακρά παιδική ηλικία. Διάβαζα όπως κανείς
ετοιμάζεται για πόλεμο. Θυμάμαι τον Προυστ και τις πασχαλιές.
Θυμάμαι τον Σατωβριάνδο μέσα σ' ένα δάσος της Φλόριντα.
Ξαναβλέπω τα Mosquitos του Φώκνερ που με περιτριγύριζαν στον κήπο
του Παλαί Ρουαγιάλ. Θυμάμαι αυτή την ερώτηση «έχει η τέχνη κάποια σχέση
με το σεξουαλικό ένστικτο;». Κι από τα ανοιξιάτικα δέντρα έπεφτε απαλό βαμβάκι.
Θυμάμαι τα μικρά κόκκινα σπιτάκια. Θυμάμαι τα σπίτια του τέλους.
Ξαναβλέπω τις πόρτες από ελεφαντόδοντο ή κέρατο του Νερβάλ και του Βιργιλίου.
Ξαναβλέπω τον Πεσσόα να περπατάει  με τα ρούχα του λογιστή σ’ ένα δρόμο της Λισσαβόνας.
Σκέφτομαι τον Σαντράρ και τα ταξίδια που ποτέ δεν θα κάνω.
Θυμάμαι τον Γκαρσία Λόρκα δολοφονημένο.  Και δεν ξεχνώ πως η ανθρωπότητα
είναι απείρως ανώτερη απ' αυτό  που κάποια αμόρφωτα σκουπίδια θα θέλανε να γίνει.


Πιέρ Μερό


18 Απριλίου 2016

Το Αίνιγμα και ο Φόβος

Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόμαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο;
Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγμα; Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει
τις στρατιές των εφησυχασμένων μας αισθήσεων και μας ρίχνει άοπλους
σε μια μάχη εκ των προτέρων χαμένη; Σε ποιο σημείο βρίσκεται η δύναμη του άλλου,
εκείνη η δύναμη που μας ωθεί ολόγυμνους στο ναρκοπέδιο μιας άγνωστης ως χθες
αγκαλιάς; Εμπρός, λοιπόν, στραφείτε με προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε
να θυμηθείτε -αν βέβαια έχετε μια τέτοια άξια ανάμνηση: τι σχήμα είχε το στιλέτο που
σας πλήγωσε κάποτε θανάσιμα; Ήταν υγρό σαν ένα βλέμμα θαλασσί, στέρεο σαν
περπάτημα ή αέρινο, όπως το σχήμα των χεριών που κλείνουν σ’ ένα χάδι βαθύ
ως μέσα στις ρίζες;


     

Ο φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόμος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ μονοπάτι γεμάτο
με φιδοφωλιές και βρώμικα χορτάρια. Στο τέρμα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό
αλωνάκι της αγάπης. Μα μόνο έτσι πολεμάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν
τον δρόμο, ματώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, παραμερίζοντας με τους αγκώνες
τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν λαίμαργα το δέρμα σου, κοιτώντας πάντοτε
μπροστά, κοιτώντας μέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυμία που σε οδηγεί,
που ο πόθος ξεδιπλώνει τον βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει μόνη της
και μια φωτιά ανάβει μεσοπέλαγα. Ερωτεύομαι θα πει πηγαίνω. Προχωρώ. Διασχίζω και
διασχίζομαι. Και ξεμακραίνω. Για ν’ αγγίξω κάποτε τον πάμφωτο προορισμό που αξιώθηκα.
Θα πει Φτάνω. Ξυπόλητη, λουσμένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρμένη, δίχως νύχια,
δίχως δόντια, με βλέφαρα καμένα, πρησμένα γόνατα, με χέρια τρυπημένα και τη φωνή
τριμμένη πάνω στις συλλαβές του σ’ αγαπώ -έστω κι έτσι, μόνο έτσι Φτάνω.
Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από μια δυνατότητα. Ένα μπορώ. Να γνωρίζω και
να αγνοώ μαζί. Να εγκληματώ και να ’μαι η μόνη αθώα. Να παραλύω στην πιθανότητα
της αποκάλυψης κι αυτός ο φόβος, ο Φόβος, Κύριε, να με δυναμώνει.
Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυμάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα...
Εγώ ήμουνα στους πρώτους.

Άκης Δήμου





10 Απριλίου 2016

Η Πιο Μεγάλη Πλάνη

Αποθηκεύω ολόκληρη τη ζωή μου στο ''μετά''. Είτε το ''μετά'' είναι αύριο, 
σε ένα μήνα, σε πέντε χρόνια ή ακόμα και στην επόμενη στιγμή. 
Από τότε που με θυμάμαι οι σκέψεις μου τρέχουν συνεχώς σε αυτόν τον μαγικό τόπο 
που όλο φτάνει αλλά ποτέ δεν είναι εδώ.
Και τον οικοδομούν τόσο λεπτομερώς, τον περιγράφουν είτε μαύρο και αδιέξοδο 
είτε ελπιδοφόρο και ευτυχισμένο (ανάλογα με τη συναισθηματική μου κατάσταση) 
που πολλές φορές αντιδρώ και μεταβάλλω τη διάθεσή μου λες και ζω ήδη εκεί.
Σε αυτό το αυθαίρετο ''μετά'' που αυθαίρετα κατασκεύασε κάποιο μέρος του εαυτού μου. 
Ποιος άραγε; Τι μέρος του λόγου είναι; Με τι δεδομένα το έπραξε; Γιατί το κάνει;

Κοιτάζοντας γύρω μου, βλέπω την παροδικότητα και τη φθορά των πραγμάτων. 
Όλα μου τραγουδούν: «ποτέ πια». Ποτέ πια δεν θα ξανανασάνω όπως αυτή εδώ τη στιγμή.
Ποτέ πια η καρδιά μου δεν θα χτυπήσει όπως τώρα. Ο επόμενος θα είναι ένας άλλος χτύπος,
που όσο και να τον οραματιστώ (όσο και να φανταστώ την ουσία της ζωής της ίδιας) 
δεν θα έχει καμία σχέση με τις προκαταβολικές απεικονίσεις μου. 
Και την ίδια στιγμή το ''τώρα'' δίνει τη θέση του στο επόμενο ''τώρα''.. Αέναα.

Έχουμε παρατήσει τα κορμιά μας εδώ, και με την υπόλοιπη ύπαρξη μας περιπλανιόμαστε 
σε έναν ανύπαρκτο κόσμο. Η μεγαλύτερη φυλακή και η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. 
Μέχρι να γίνουν και τα κορμιά μας σκόνη. Αφήνοντας μόνο τον χρόνο να κυλάει. 
Χωρίς άλλες ψευδαισθήσεις.


Χρήστος Ελμάζης